Κώστας Μουντάκης

Ο Κώστας Μουντάκης γεννήθηκε το 1926 στην Αλφά Μυλοποτάμου, με τις περίφημες πέτρες (“αλφόπετρες”), τις ελιές, τις χαρουπιές και τους ονομαστούς γλεντζέδες.

Μουσική Παράδοση της Κρήτης. Κώστας Μουντάκης. Κρητικοί Καλλιτέχνες Η καταγωγή της οικογενείας του ήταν από τον Καλλικράτη Σφακίων και ο προπάππος του, ο Μανούσος, πρωτοπαλίκαροτου Χατζημιχάλη Νταλιάνη, σκοτώθηκε πολεμώντας τους Τούρκους στο Φραγκοκάστελλο. Ο πατέρας του, που ήταν ικανός χορευτής αλλά και καλός τραγουδιστής (είχε το παρατσούκλι “κελαϊδής”), πέθανε τρεις μόλις μήνες μετά την γέννηση του Κώστα.

Από μικρή ηλικία είχε αρχίσει να τον τραβάει η λύρα. Δάσκαλος του υπήρξε ο Μήτσος Καφάτος, ο καλύτερος δεξιοτέχνης του χωριού. Μία αυτοσχέδια λύρα από τάβλι, χορδές από ίνες “αθάνατου” και δοξάρι με τρίχες από ουρά γαϊδάρου ήταν το πρώτο του όργανο όπου “βοσκάκι ακόμα, κίνησε τα δαχτύλια του πάνω στις κοντυλιές της κρητικής μουσικής”.

Παίζοντας για ώρες μόνος του, άρχισε να μαθαίνει τους σκοπούς και τα ξόμπλια τους, τα “μυστικά” της λύρας και τελειοποίησε την τεχνική του έτσι ώστε, στην κατοχή – 15χρονος πια – έπαιζε στο καφενείο του χωριού. Όταν λίγο αργότερα, μπόρεσε να “κρατήσει” μόνος του έναν ολόκληρο γάμο χρίστηκε πλέον επίσημα λυράρης!

Χανιωτική μου Ροδαριά - Κώστας Μουντάκης

Απέκτησε μάλιστα και την πρώτη του “καλή” λύρα, το 1943, δίνοντας ένα ολόκληρο αρνί και 5 οκάδες τυρί. Την περίοδο αυτή το Ρέθυμνο είναι ο χώρος όπου η κρητική μουσική γνωρίζει μιαν εξαιρετική ακμή με μεγάλους δεξιοτέχνες όπως ο Αντρέας Ροδινός, ο Γιάννης Μπερνιδάκης (Μπαξεβάνης), ο Αντώνης Καρεκλάς, ο Στέλιος Φουσταλιέρης, που σηματοδοτούν το πέρασμα της σ’ ένα ύφος πιο επεξεργασμένο μέσα σ’ ένα περιβάλλον με ολοένα αυξανόμενες αστικές επιδράσεις.

Στα εργαστήρια των οργανοποιών η κρητική λύρα αποκτά τη σημερινή της μορφή, η τεχνική παιξίματος γίνεται όλο και πιο δεξιοτεχνική, το ρεπερτόριο εμπλουτίζεται και επεκτείνεται πέρα από τα τοπικά όρια, αποκτώντας πλέον παγκρήτια διάδοση. Σ’ αυτήν την εξελικτική διαδικασία ο Κώστας Μουντάκης θα συμβάλει αποφασιστικά. Το Φεβρουάριο του 1948 ξεκινά τη στρατιωτική του θητεία και βρίσκεται στα Χανιά, όπου γνωρίζεται με τον Γιώργο και τον Στέλιο Κουτσουρέλη, με τους οποίους και συνεργάζεται παίζοντας για πρώτη φορά στον τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό. Ένα χρόνο αργότερα (1949) μετατίθεται στην Αθήνα όπου βρίσκονται και άλλοι σπουδαίοι κρητικοί μουσικοί, όπως ο Θανάσης Σκορδαλός, ο Γιώργος Μουζουράκης κ.α.

Aπευθύνεται στην ραδιοφωνία, κάτω από την άγρυπνη επίβλεψη του Σίμωνα Καρά. Το 1951 “περνάει” από τον “αυστηρό” έλεγχο της επιτροπής του Ε.Ι.Ρ. και από τότε ξεκινάει μια στενή συνεργασία με τον Καρά παίζοντας επανειλημμένα στο ραδιόφωνο, προβάλλοντας την κρητική μουσική στο πανελλήνιο. Παράλληλα κάνει στέκι του την τοπική ταβέρνα του Μπασιά (πίσω από την Αγια Ειρήνη, στην Αιόλου), όπου έπαιζαν μαζί του και οι δύο σπουδαίοι λαϊκοί βιολάτορες, o “Ναύτης” και ο Αντρέας Μαριάνος.

Μουσική Παράδοση της Κρήτης. Κώστας Μουντάκης. Κρητικοί Καλλιτέχνες Στην ταβέρνα του Μπασιά θα παίξει σχεδόν 18 χρόνια “σ’ ένα υπόγειο χωρίς μικρόφωνο με 10% ποσοστά που μοιραζόμουνα με τα λαγούτα...”. Μαζί του λαουτιέρης-πασαδόρος ο Νίκος Μανιάς και αργότερα ο Γιάννης Ξυλούρης και ο Μαρκογιάννης. Το 1952, με το τέλος της θητείας του, ξεκινάει ως εργάτης σε εργοστάσιο της Δραπετσώνας, όπου και θα μείνει ως το 1967. Παράλληλα όμως ξεκινάει με πάθος και μεράκι τον αγώνα του και ως επαγγελματίας λυράρης. Εκτός από το ραδιόφωνο αρχίζει η δισκογραφία... το 1952 συνοδεύει για πρώτη φορά σε δίσκο τον Στέλιο Κουτσουρέλη στο “Αρπαξα και μπαίλντισα”, ενώ το 1954 τραγουδάει για πρώτη φορά σε δίσκο με συνοδεία και πάλι τους αδελφούς Κουτσουρέλη, το “Δεν θέλω μέσα στην καρδιά”. Στη συνέχεια, αφού αλλάζει εταιρεία, ξεκινάει με τον “Ζητιάνο” και την “Ρεθυμνιωτοπούλα” έναν μακρύ κατάλογο δισκογραφικών εκδόσεων που τον καθιερώνουν ως τον περισσότερο ηχογραφημένο λυράρη της κρητικής μουσικής.

Ο Θάνατος του Λυράρη - Κώστας Μουντάκης

Η φήμη του απλώνεται όχι μόνο στην Κρήτη αλλά και στην Αθήνα και στο πανελλήνιο, καθώς και στους κρητικούς της διασποράς που τον προσκαλούν επανειλημμένα για συναυλίες και μουσικές συνεστιάσεις. Αρχίζει λοιπόν ταξίδια στις ΗΠΑ, στον Καναδά, την Αυστραλία, τη Γερμανία, τη Ν. Αφρική, φέρνοντας στους μετανάστες τα μηνύματα και τις αισθήσεις της κρητικής μουσικής παράδοσης.

Ένα ταξίδι του στην Ινδία, το 1975, τον επηρεάζει βαθύτατα. Εντυπωσιάζεται από το παίξιμο των ανατολίτικων εγχόρδων με δοξάρι και συνειδητοποιεί την ευρύτερη πολιτισμική παράδοση όπου εντάσσεται και η λύρα. Μιλάει μ’ ενθουσιασμό για το σαράγκι, το καμαϊτσά, τον κεμανέ. Προβληματίζεται ...

λαός μας είναι Ανατολίτης. Οι καταβολές μας, το πιστεύω μας ανατολίτικα δεν είναι; Δεν ανήκουμε στη Δύση... άλλου παπά πετραχήλι... Ποιοι είμαστε όμως; Η Ανατολή έχει μουσική παράδοση, μουσική παιδεία ανεπτυγμένη, έχει θησαυρούς κι ας είναι ξυπόλητη... Εμείς στην εποχή μου με μια σαρδέλα, μια ελιά κι ένα ξεροκόμματο κάναμε τα ζεύκια μας και κρατούσαμε άδολα και άσπιλα την παραδοσή μας. Μήπως λοιπόν η σημερινή χλιδή μας κάνει ζημιά;"

Έτσι ο δεξιοτέχνης κι ο συνθέτης αρχίζουν να κάνουν τόπο για να προχωρήσει ο δάσκαλος. Το 1976 ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της Ελένης Καραϊνδρου συμπράττοντας στα μαθήματα εκμάθησης παραδοσιακών οργάνων που διοργανώνει στην Γκαλερί “Ώρα”, σε συνεργασία με άλλους δεξιοτέχνες. Τρία χρόνια αργότερα ιδρύει την πρώτη σχολή λύρας στο Ωδείο του Ηρακλείου “Απόλλων” για ν’ ακολουθήσουν το Ρέθυμνο (1980), τα Χανιά (1981), ο Αγ. Νικόλαος (1983) και η Αθήνα (1985 στο “Ελληνικό Ωδείο”).

Ο Πραματευτής - Κώστας Μουντάκης

Με τη συνεργασία του γιου του, του Μάνου Μουντάκη συνέχισε ως το τέλος της ζωής του να προβληματίζεται πάνω στη μέθοδο διδασκαλίας της λύρας κι από τα χέρια του εκατοντάδες νέοι μυήθηκαν στα μουσικά της κρητικής μουσικής, ενώ ακόμη περισσότεροι απολαμβάνουν τις αισθήσεις και τα μυνήματά της μέσα από τις ηχογραφήσεις που μας άφησε πολύτιμη κληρονομιά.

Για τη διδασκαλία του έλεγε:

“Δεν τους διδάσκω πεντάγραμμο, αλλά με τον δικό μου τρόπο, στα δάχτυλά τους, τους δείχνω που είναι ο κάθε τόνος. Έτσι μαθαίνουν εύκολα όταν τους τραγουδώ τις νότες. Θέλω μαζί με την τεχνική να καλλιεργούν και την ψυχική τους ευαισθησία. Όχι καλουπαρισμένα πράγματα. Πρέπει ο κάθε λαϊκός μουσικός που εκφράζεται με το συναίσθημα και το ένστικτο του να δημιουργεί ανάλογα με την ψυχική του διάθεση τον χαρακτήρα του, τα γεννήματά του. Να βάλει τον εαυτό του μέσα. Αυτό του δίνω εγώ να καταλάβει...”

Ο θάνατος του Κώστα Μουντάκη, τον Γενάρη του 1991, δεν σηματοδοτεί παρά μόνο τη φυσική απουσία του μεγάλου δεξιοτέχνη και δάσκαλου, που εξακολουθεί να εμπνέει και να διδάσκει μέσα από τις ηχογραφήσεις και την υποδομή που δημιούργησε. Έργα ζωής όπως το δικό του δεν μπορεί να το σταματήσει ο θάνατος!

Το παραπάνω κείμενο είναι του Λάμπρου Λιάβα, αναπληρωτή καθηγητή εθνομουσικολογίας στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών 

Επικοινώνησε μαζί μας

 
 
Εγγραφή στο newsletter!